Ρητίνη Εκτύπωση E-mail
  

Γεωγραφικά Στοιχεία  

Ρητίνη. Εδρα δήμου Πιερίων
Ταχ. Κωδικός 60100           
Τηλ. +30 23510  
Υψόμετρο 550 μέτρα
Γ. Μήκος 22o 17' 13" E
Γ. Πλάτος 40o 17' 12" N

Έτος Πληθυσμός
1981- 1806
1991- 1578
ph112810406-251x155

Η έδρα του Δήμου Πιερίων, η Ρητίνη, είναι μεγαλύτερος σε έκταση και πληθυσμό οικισμός. Φιλοξενεί το σύνολο των δημοσίων και δημοτικών υπηρεσιών καθώς και τις περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις που είναι στο Δήμο.
Είναι ένας εξώστης τους πρόποδες των Πιερίων με καταπληκτική θέα προς την πεδιάδα της Κατερίνης, το Θερμαϊκό κόλπο και το Αιγαίο. Είναι ο παλιότερος οικισμός και δεν έχει μετεγκατασταθεί όπως οι άλλοι δύο οικισμοί του Δήμου. Σύμφωνα με μαρτυρίες ο οικισμός υπάρχει στην περιοχή τουλάχιστον από το 1600 μ.Χ. χρόνο κτίσης της εκκλησίας της Κοίμησης Θεοτόκου που βρισκόταν στη θέση της σημερινής ομώνυμης εκκλησίας. Σε διάφορες περιοχές του οικισμού και κυρίως στην ανατολική παλιά συνοικία υπάρχουν ακόμη δείγματα παλιών πέτρινων διώροφων σπιτιών. Κοντά στο κέντρο του χωριού δίπλα στο Δημαρχείο και την εκκλησία της Παναγίας υπάρχει αξιόλογο κτίσμα του 1871 - σύμφωνα με εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα - το παλιό Δημοτικό Σχολείο Ρητίνης, το οποίο έχει χαρακτηρισθεί ως "Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο" με απόφαση του Υπ. Πολιτισμού διότι αποτελί χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα για την περιοχή των Πιερίων. Βρίσκεται σε περίοπτη θέση του χωριού και αποτελεί σημείο αναφοράς στην μνήμη όλων των κατοίκων της Ρητίνης, αφού από τις αρχές του 1900 μέχρι το 1980 εκεί έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα. Είναι, επίσης χώρος όπου διαδραματίστηκαν τα σημαντικότερα τοπικά και ιστορικά γεγονότα της ευρύτερης περιοχής.
pkdp1
Το κτίριο με χρηματοδότηση του Ιδρύματος "ΣΤΑΥΡΟΣ Σ. ΝΙΑΡΧΟΣ" διαμορφώνεται σε Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Πιερίων για να στεγάσει την ιστορία, τον πολιτισμό, την σημερινή δραστηριότητα και τις δημιουργικές πρωτοβουλίες της νεολαίας του Δήμου.
Στην περιοχή του Δήμου Πιερίων διατηρούνται από τους κατοίκους στην καθημερινή τους ζωή έθιμα και παραδόσεις, που οι ρίζες τους χάνονται στα αρχαιοελληνικά θρησκευτικά-παγανιστικά δρώμενα.
Πολλά από αυτά αναβιώνουν σε εκδηλώσεις που οργανώνουν με επιτυχία οι πολιτιστικοί σύλλογοι των οικισμών, συγκεντρώνοντας πολλούς ντόπιους και ξένους επισκέπτες.
 
Το κείμενο παρατίθεται  από τουριστικό φυλλάδιο(2001) του Δήμου Πιερίων.

Ρητίνη
 
Ιστορία και παραδόσεις 
Το χωριό έχει πάρει το όνομα του από τα άφθονα ρητινώδη πεύκα που υπήρχαν εκεί πριν την αποψίλωση του μέρους και την αντικατάσταση των πεύκων από πα­ντός είδους καρποφόρων δένδρων. Το χωριό είναι χτισμένο στους πρόποδες των Πιερίων και στο μυχό της κοιλάδας της επονομαζόμενης "Παλάτιο" που βρίσκεται νοτιοανατολικά του Ολύμπου και νοτιοδυτι­κά και βορειοδυτικά των Πιερίων.Πίσω από το χωριό και στα δυτικά που υπάρχει η ψηλό­τερη κορυφή των Πιερίων, η "Αβδέλλα" όπως ονομάζεται. Από εκεί μπορεί κανείς να διακρίνει τα οροπέδια των Σερβίων και της Κοζάνης. Είναι μάλιστα ευδιάκριτο και το φράγμα του ποταμού Αλιάκμονα. Η θέση του χωριού είναι τέτοια που παρέχει ευρύ οπτικό πεδίο προς την Ανατολή και τον Βορρά. Επίσης, λαμπρό είναι το θέαμα της πεδιάδας της Κατερίνης και του Ολύ­μπου, του Θερμαϊκού και της Χαλκιδικής. Η Ρητίνη παλαιότερα είχε το όνομα "Ρητίνια". Το χωριό είναι χτισμένο πάνω σε ράχη και θα μπορούσαμε να πα­ρομοιάσουμε το σχήμα του με μπούμερανγκ. Κύρια χαρα­κτηριστικά του είναι η πλούσια βλάστηση και οι πολλοί και ανηφορικοί δρόμοι του. Επί Τουρκοκρατίας το χωριό ήταν τσιφλίκι τούρκου μπέη που διέμενε στη Βέροια. Οι κάτοικοι εξαγόρασαν το χωριό και το μετέτρεψαν από τσιφλίκι σε κεφαλοχώρι. Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα του 1905 -1906 κατά των Ρουμανοβουλγάρων το χωριό "Ρητίνια" ήταν το κρησφύ­γετο των Ελλήνων ανταρτών με τους οποίους συνεργά­στηκαν οι φιλοπάτριδες Ρητινιώτες. Η περιοχή αυτή ήταν το καταφύγιο των Ελλήνων κλεφτών και αρματολών σε όλες τις εποχές των ανταρσιών από τον δέκατο όγδοο αιώνα μέχρι την ένδοξη είσοδο του ελ­ληνικού στρατού στο 1912. Λίγο πιο πάνω από το χωριό, στα "Καστανωτά" υπάρχει ένας μικρός παραδοσιακός οικισμός η "Παλιόχωρα" ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων της Ρητίνης ήταν το πρώτο χωριό. Αργότερα εγκαταλείπεται και ξαναχτίζεται στο σημείο που είναι και σήμερα. Γίνεται μια έντονη προσπάθεια αναπαλαίωσης των κτισμάτων που υπάρχουν εκεί μέχρι σήμερα. Μέχρι τώρα με ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις έχει επιτευχθεί η ανόρθωση του ιερού ναού του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκεί γίνονται κυρίως ιδιω­τικές λειτουργίες την ημέρα της γιορτής του Αγίου.
Η Ρητίνη έχει σήμερα περίπου 2000 κατοίκους ενώ κατά την περίοδο των χειμερινών και καλοκαιρινών διακοπών ο αριθμός αυτός αυξάνεται κατά πολύ περισσότερο. Πολλοί από τους κατοίκους του χωριού έχουν μετακινηθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας ή έχουν μετανα­στεύσει στη Γερμανία και Αμερική. Όσοι έχουν μείνει α­σχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η μικρή απόσταση από την πόλη της Κατερίνης -23 χμ.-δεν εμποδίζει την περαιτέρω ανάπτυξη του χωριού. Έχει εξαθέσιο δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο για τους μαθητές της Ρητίνης και των γύρω χωριών τα οποία σε μέγεθος και ανάπτυξη είναι "μικρότερα". Επίσης, οι κάτοικοι του χωριού είναι φιλόθρησκοι. Αυτό άλλωστε μαρτυρούν οι πολλές εκκλησίες μέσα και έξω από το χωριό καθώς και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργί­ου. Μέσα στο χωριό υπάρχουν δύο μεγάλες εκκλησίες: Της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και της Αγίας Τριάδας. Ε­πιπλέον, ο Άγιος Αθανάσιος δίπλα στον οποίο είναι και το νεκροταφείο του χωριού. Έξω από το χωριό, προς τα βό­ρεια, υπάρχει η "Παλαιοπαναγιά" που ονομάζεται έτσι ε­πειδή είναι και η παλαιότερη Εκκλησία του χωριού. Βο­ρειοανατολικά του χωριού είναι χτισμένη η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και λίγο νοτιότερα το Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου που χρονολογείται από το 1400 περίπου. Επίσης, υπάρχουν πολλά μικρότερα εξωκλήσια όπως του Προφήτη Ηλία σε ένα λόφο στην είσοδο του χωριού, της Αγίας Βαρβάρας στην έξοδο του χωριού. Δίπλα στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου υπάρχει και το παλαιό σχολικό κτήριο που χτίστηκε από τους κατοί­κους του χωριού με κοινοτικές δαπάνες. Το λιθόκτιστο αυτό και μεγάλο κτίσμα δεν αποπερατώθηκε δυστυχώς εσωτερικώς λόγω έλλειψης χρημάτων. Παρόλες τις καταστροφές που υπέστη το χωριό από τους Γερμανούς κατά τα χρόνια της κατοχής και των ανταρτών κατά τα χρόνια του Εμφυλίου διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Έχει κτιστεί εδώ και διακόσια πενήντα τουλάχιστον χρόνια και σίγουρα θα συνεχίσει να υπάρχει και να διατηρεί το παραδοσιακό τρόπο ζωής για πολλά ακόμη χρόνια.
 

Αρχιτεκτονική
 
Γενικά
Τα σπίτια στη Ρητίνη είναι μονώροφα και διώροφα χτι­σμένα με πέτρα και λάσπη από ασπρόχωμα που ανακατευόταν με άχυρο (σιτοκαλαμιά) .

Εξωτερική μορφή
Η κεντρική είσοδος ήταν κατασκευασμένη από ξύλο καστανιάς ή βελανιδιάς, πελεκητό με τσεκούρι, μετά κλίμακος από το ίδιο ξύλο που κατέληγε στο "ανώι" - α' πά­τωμα, - στον χώρο της σάλας. Κάτω υπήρχε το "χαγιάτι" το οποίο χρησιμοποιούνταν ως στάβλος. Εξωτερικά, είχε, δεξιά και αριστερά της εισόδου, δύο στενόμακρα ξύλινα παράθυρα με σιδεριές εφαρμο­σμένες στο ξύλο. Στο κέντρο, δηλαδή, μπροστά στην εί­σοδο είχε και ένα μικρό μπαλκόνι. Ήταν σκεπασμένο με πλάκα και σκεπή από πέτρες του βουνού, "πλάκες".

Εσωτερικός χώρος
Εσωτερικά, υπήρχαν δύο δωμάτια, τα οποία χρησιμο­ποιούνταν το ένα ως κουζίνα και το άλλο ως υπνοδωμάτιο και τέλος η "σάλα", σημερινό σαλόνι. Σε όλα τα δωμάτια υπήρχε τζάκι και τις κρύες - χιονισμένες συνήθως νύχτες του χειμώνα. Πολλές φορές το ένα δωμάτιο ήταν για ειδι­κές περιπτώσεις όπως για τους νεόνυμφους ή ακόμη και για τους γέρους της οικογένειας.

Έπιπλα
Τα έπιπλα που είχαν ήταν ξύλινα και σκαλιστά κρεβάτια τα οποία ονόμαζαν "ντιβάνια", ξύλινες καρέκλες και τρα­πέζια, μπαούλα και "σερβάνια", στα οποία έβαζαν τα ρούχα ή τα κεντήματα. Υπήρχαν, επίσης, μικρά ντουλα­πάκια για τα σκεύη και τα τρόφιμα

Σκεύη
Τα κυριότερα σκεύη που μπορούσε κανείς να βρει μέσα σε μια κουζίνα ήταν "οι τσεντσερέδες" και οι στάμνες πουήταν φτιαγμένες από πηλό, τα "γκιούμια" βαρέλια ξύλινα για νερό, κρασί, ρακί, γάλα. Ξύλινα, επίσης, ήταν τα πιάτα "πινάκια" και τα κουτάλια.Μέσα στο τζάκι υπήρχε συνήθως μια "πυροστιά" τριγωνι­κή πάνω στην οποία βάζανε τις κατσαρόλες ή το καζάνι για να βράσουν νερό ή ότι άλλο ήθελαν. Για το ανακάτεμα της στάχτης είχαν το "τσιμπίδι".Εσωτερικός χώροςΣε κάποια γωνία του τοίχου τοποθετούσαν το "εικονοστάσι" με ένα καντήλι και εικόνες του Χριστού και της Παναγίας.ΎφανσηΣτο πάτωμα που ήταν κυρίως κατασκευασμένο από σανίδια καστανιάς έστρωναν "βελέντζες" και "κιλίμια" ενώ πάνω στα κρεβάτια είχαν τις "μπλανκέτες", υφασμένες από μαλλί προβάτων.Βοηθητικοί χώροιΒοηθητικοί χώροι μέσα στο σπίτι δεν υπήρχαν. Βρίσκονταν κυρίως έξω στην αυλή.ΑυλήΈτσι σε χώρο δίπλα από το σπίτι βρίσκουμε το "φουρναριό", τον τόπο όπου φούρνιζαν το ψωμί και έψη­ναν τα άλλα φαγητά, και τον "καμπινέ". Η αυλή είναι συ­νήθως μεγάλη με πολλά λουλούδια και καρποφόρα δέν­δρα όπως δαμασκηνιές, μουριές, κυδωνιές, τσιρνικιές, συκιές, ροδιές. Μπροστά από το σπίτι υπήρχε κληματα­ριά που δημιουργούσε ίσκιο το καλοκαίρι. Στην αυλή επίσης ζουν οι κότες και τα υπόλοιπα ζώα του σπιτιού.Ποιμενικές εγκαταστάσειςΟι ποιμενικές εγκαταστάσεις βρίσκονταν κι αυτές στην αυλή και όπως προαναφέρθηκε στο "χαγιάτι". Περιλαμβά­νονταν στις εγκαταστάσεις αυτές τα κοτέτσια, το "γουρνοκούμασο", "αρνιθοκούμασο" και σε μερικές περι­πτώσεις μαντριά και καλύβες - αχυρώνες. Τα "αχούρια" ήταν στάβλοι για μουλάρια, γαϊδούρια και βόδιαΈθιμα του λαϊκού εορτολογίου.ΤροφέςΤη σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα όλοι έκαναννηστεία. Έτρωγαν όσπρια, λαχανικά, τουρσιά, ελιές, λάδι.Μεταλάβαιναν όλοι μέχρι τα Χριστούγεννα. Αν κάποιος δε μεταλάβαινε, τον θεωρούσαν "αντίχριστο." Την προπαραμονή των Χριστουγέννων έκοβαν τα χοιρι­νά, τα πάστωναν, ετοιμάζονταν για την ημέρα των Χρι­στουγέννων που θα έκαναν τη "γουρνοφιλιά". Τότε έκα­ναν "κουρκούτες", "μπουγάτσες" ετοίμαζαν το κρασί και το "ρακί".Το βράδυ της Παραμονής - πολλές φορές ξημερώματα -τα παιδιά γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού και έλεγαν τα "κάλαντα". Τους έδιναν καρύδια, "ξυλοκέρατα" μανταρίνια, μήλα. Το ίδιο βράδυ ο νοικοκύρης έβαζε μέσα στο τζάκι ένα μεγάλο κούτσουρο που θα έκαιγε μέχρι την επόμενη μέρα που θα γύριζαν από την Εκκλησία.Την πρώτη μέρα μαζευόταν όλη η οικογένεια και έκανε τη "γουρνοφιλιά". Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες ετοίμαζαν τη "βασιλόπιτα" με το "φλουρί" μέσα. Συνήθως, η πίταήταν από καλαμπόκι.Για το καλό του χρόνου έβαζαν κάποιον να κάνει το "παιδικό". Στο ένα χέρι του έβαζαν αλάτι και στο άλλο την "τσιμπίδα". Πήγαινε μπροστά στο τζάκι, στα κάρβουνα καιέλεγε:
"Φέρνω ( υ ) γεια,
 
Φέρνω χαρά,
 
Φέρνω μεγάλη Πασχαλιά,
 
Φέρνω κότες και πουλιά,
 
Φέρνω κατσίκια και αρνιά,
 
Φέρνω νύφες και γαμπρούς"
 
Εκείνη τη μέρα μετά τη μεσημεριανή "φιλιά" έκαναν επι­σκέψεις σ' αυτούς που γιόρταζαν. Μέχρι τις 5 Ιανουαρίου δεν πλένονταν καθόλου, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να πάθουν μεγάλη ζημιά στην υγειά τους, επειδή τα νερά δεν ήταν αγιασμένα.Την ημέρα των Θεοφανίων πλένονταν όλοι, πήγαιναν στην Εκκλησία και έπαιρναν το "Μέγα άγιασμα". Αν ο α­γιασμός γινόταν μέσα στην εκκλησία, πετούσαν περιστέ­ρια. Τις περισσότερες όμως φορές ο αγιασμός των νερών γινόταν στο ποτάμι ή στη δεξαμενή απ1 όπου έπαιρνε νε­ρό όλο το χωριό.
 
Γιορτές Φεβρουαρίου - Προστάτης Άγιος
Τον Φεβρουάριο γιόρταζαν τον Άγιο Χαράλαμπο ο οποίος ήταν και προστάτης της γεωργίας, των αρρώστων και των κτηνοτρόφων.

Απόκριες 
Τις Απόκριες μάζευαν αγκαθωτά κλαδιά κέδρου, άνα­βαν φωτιές στην πλατεία του χωριού και πήγαζαν πάνω από αυτές. Συναγωνίζονταν στο πήδημα και στο τρέξιμο. Τότε ντύνονταν και "ρουγκατζάρια" χωρίς να καλύπτουν το πρόσωπο. Έπαιρναν στολές από γέροντες και γριές του χωριού ή κάποιος ντύνονταν γαμπρός και νύφη και γυρνούσαν μέσα στο χωριό.
 
Σαρακοστή - Πάσχα
Από τότε και μέχρι το Πάσχα όλοι έκαναν νηστεία. Μεταλάβαιναν στην αρχή και στο τέλος της Σαρακοστής. Την Κυριακή των Βαΐων όλοι έτρωγαν ψάρια. Το πρωί στην Εκκλησία μοίραζαν "βάγια" τα οποία τα κρατούσαν στο εικονοστάσι για βοήθεια. Όλη την Μεγάλη Πέμπτη γινόταν η Σταύρωση του Χρι­στού και μετά όλο το βράδυ έμειναν στην Εκκλησία γυναί­κες, παιδιά, άρρωστοι, έψελναν, προσεύχονταν και στόλι­ζαν τον "Επιτάφιο" για την επόμενη ημέρα. Τα λουλούδια τα έφερναν από το βουνό οι γυναίκες. Ήταν κυρίως οι "πασχαλούδες".Την Μεγάλη Παρασκευή όλη τη μέρα οι καμπάνες του χωριού χτυπούσαν πένθιμα. Μέσα στην Εκκλησία δίπλα στον Επιτάφιο πήγαιναν κορίτσια μαυροφορεμένα ως "μυροφόρες" και έδιναν λουλούδια στους προσκυνητές. Οι πιστοί γυρνούσαν όλες τις Εκκλησίες και τα εξωκλήσια του χωριού για να ανάψουν ένα κερί. Το Μεγάλο Σάββατο οι γυναίκες ετοίμαζαν τα φαγητά -κυρίως το αυγό τα κόκκινα τα έβαφαν την Μεγάλη Πέμπτη - έφτιαχναν τη μαγειρίτσα. Οι άντρες έσφαζαν τα αρνιά και τα κατσίκια για την Πρώτη μέρα του Πάσχα. Την ημέρα του Πάσχα έτρωγαν τα κατσίκια, αυγά, γιαούρτι. Αυτή τη μέρα δεν έκαναν επισκέψεις πουθενά. Την δεύτερη μέρα του Πάσχα όταν γιόρταζε ο Αϊ Γιώργης πήγαιναν όλοι στο Μοναστήρι. Μετά τη λειτουργία, έβγαιναν στο προαύλιο και χόρευαν και τραγουδούσαν:

"Στου Αι-Γιώργη την αυλή
 εκεί βαρούν τα σήμαντρα
 να μαζευτούμε σήμερα να
 πάμε κλάψα στον Πασά,
 αμάν, αφέντη βασιλιά,
 Μας γκρέμισαν το "ίρτσι μας"
 και μας και τα κορίτσια μας."

"Το μάθατε τι γίνεται
 τούτη την εβδομάδα;
 Μας κλέψαν την Αντώναινα,
 Με το παιδί στα χέρια.
 Στον δρόμο που την πήγαιναν
 παρακαλεί και λέγει:"
"για νά βρω πέτρα σταυρωτή
 να σταυρωθώ να κάτσω
 για να βυζάξω το παιδί
 να το χορτάσω γάλα."
Όταν γυρνούσαν στο χωριό, έκαναν παρέες κατά "μαχαλά" (συνοικισμό) ή κατά ηλικία ή φιλία και επισκέ­πτονταν αυτούς που γιόρταζαν. Έδιναν ευχές, τραγου­δούσαν, έπιναν τσίπρο και κρασί και μετά έφευγαν. Οι γυ­ναίκες επισκέπτονταν μόνο τα αδέλφια τους και τους συγ­γενείς τους. Το ίδιο απόγευμα πήγαιναν στο "χοροστάσι" όπου χόρευαν. Στο τέλος γινόταν ο χορός της ρόκας. Η γεροντοκόρη του χωριού έγνεθε στη ρόκα και πήγαινε κάποιος νέος και της άναβε τη ρόκα. Αυτή θύμωνε και άρ­χιζε να κυνηγά όλους τους άντρες. Τότε τελείωνε και οχορός.Μετά την Κυριακή του Θωμά όλοι γύριζαν στις δουλειές τους. Του Αγίου Πνεύματος γινόταν και το πανηγύρι του χωριού. Όλες οι δουλειές σταματούσαν και όλοι γλένταγαν. Από το πρωί στην Εκκλησία μαζεύονταν πολλοί ξένοι από άλλα γειτονικά χωριά. Το χωριό ήταν μεγάλο, οι επι­σκέπτες πάρα πολλοί.
 Στο προαύλιο της Εκκλησίας οι άντρες του χωριού κα­λούσαν τους ξένους στα σπίτια τους να τους φιλέψουν. Μετά το φαγητό κατέβαιναν όλοι στο χοροστάσι και χόρευαν:Λαϊκοί χοροί και όργανα Τσάμικα, ίσια, "βεργενάδες" υπό τον ήχο της γκάιντας.

Γιορτές καλοκαιριού
Το καλοκαίρι γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια την Κοίμηση της Θεοτόκου σε ένα εξωκλήσι που λέγεται "Παλαιοπαναγιά". Ακολουθούσε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού τον Σεπτέμβριο και αργότερα ο Αγ. Δημήτρης. Και τότε γίνονταν πολλές επισκέψεις στους εορτάζοντες του χωριού.
 


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
 
Θρησκεία (λαϊκή πίστη και λατρεία)
Προστάτες άγιοι
 
Προστάτες του χωριού εκτός από τον Χριστό και την Παναγία ήταν ο Άγιος Γεώργιος και η Αγία Παρασκευή. Η Αγία Παρασκευή βοηθούσε την τεκνοποίηση. Όσες γυ­ναίκες είχαν πρόβλημα να κάνουν παιδιά πήγαιναν στην Εκκλησία, προσεύχονταν, έμειναν εκεί για 40 ημέρες. Πολλές από αυτές απέκτησαν παιδιά στη συνέχεια. Ο Άγιος Γεώργιος θεράπευε τους τρελούς. Αν όμως κάποιος έδειχνε ασέβεια στον Άγιο, τρελαινόταν.

 
Δοξασίες
Κάποιος είχε πάει στο "αγιονέρι" να κόψει ένα ξύλο μεγάλο. Όλοι του έλεγαν να μην πάει και κόψει το ξύλο, γιατί ήταν μεγάλη ασέβεια και σίγουρα κάποιο κακό θα τον έβρισκε. Είχε τρεις κόρες. Όταν γύρισε στο σπίτι, βρή­κε την πρώτη τρελή. Δεν τους έλεγε τίποτα άλλο παρά μόνο να πάνε πίσω στο μοναστήρι του Αϊ - Γιώργη και να φυτέψουν το δένδρο που έκοψαν. Πράγματι, ο πατέρας πήρε την κόρη, την πήγε στο μοναστήρι όπου έμεινε και με προσευχές και παρακάλια έγινε καλά. Ο Πατέρας της είχε φυτέψει ξανά το δένδρο.
Ακόμα, όταν έχτιζαν το μοναστήρι και είχαν φτάσει στην κρηπίδα, είχε πάει απεσταλμένος του Μπέη να δει τι κά­νουν. Όταν αυτός το είδε, θέλησε να αλλάξουν το σχέδιο και να το κάνουν κατά τον Τουρκικό τρόπο. Εκείνη την ώρα ανέβαζαν ένα ποτήρι κρασί στον "πρωτομάστορα" και ο Τούρκος έβαλε στοίχημα ότι θα έσπαζε αν έπεφτε από τόσο ψηλά. Αν δεν έσπαζε αυτός θα γινόταν Χρι­στιανός. Ο πρωτομάστορας προσευχήθηκε, έριξε το πο­τήρι και όταν πήγαν να δουν τι είχε γίνει, το ποτήρι δεν είχε πάθει τίποτε, ούτε είχε χυθεί το κρασί. Ο Τούρκος πίστεψε. Ένα βράδυ όμως ο καλόγερος είδε στον ύπνο του τον Άγιο, ο οποίος του είπε ότι ήταν κοντά, στην Κωνστα­ντινούπολη και το έσωσε. Αν ήταν μακριά, δεν θα μπο­ρούσε. Γι αυτό άλλη φορά δεν θα έπρεπε να κάνουν τέ­τοια πράγματα.Επίσης, πολλά έχουν γίνει στην έκταση του μοναστηριού, όπου τρελάθηκαν ζώα, έσκασαν ή έπεσαν από το γκρεμό.
 
Τάματα
Αν κάποιος έκανε τάμα στον Άγιο έπρεπε να το πραγ­ματοποιηθεί, γιατί αλλιώς κάποιο κακό θα τον έβρισκε. Δοξασίες νια το χάρο Για το χάρο έλεγαν ότι αν κάποιος είναι καλός στη ζωή, θα τον πάει στον Παράδεισο, ενώ αν είναι κακός στην κό­λαση.
 
Δημοτικά τραγούδια
Σκέφτηκα να σεργιανίσω μέσα στον
Μπαχτσέ μωρή.
Λέγκω μ' και Βασιλική.
Βρίσκω κόρη που κοιμούνταν
Βάι ρούσα' μ' βάι
Στα τριαντάφυλλα μωρή
Λέγκω μ' και Βασιλική.
Έσκυψα να την φιλήσω.
Βάι ρούσα μ' βάι
Δε μου δέχτηκε μωρή
Λέγκω μ' και Βασιλική
Πού 'σουν ξένε τον χειμώνα
Βάι ρούσα μ' βάι.
Όντως κρύωνα μωρή
Λέγκω μ' και Βασιλική.
Και μου ήρθες καλοκαίρι
Βάι ρούσα μ' βάι.
Οταν θερμαινόμουνα μωρή
Λευκώ μ' και βασιλική.

Το βλέπ'ς εκείνο το βουνό το Ψηλό,
απ' τ' άλλα πού' χει ανταρίτσα στην κορφή.
Και καταχνιά στη ρίζα;
Εκεί ναι πύργος γυάλινος,
Με κρυσταλλένια τζάμια.
Μέσα κοιμάται μια ξανθιά,
μιας χήρας θυγατέρα.
Και πώς να την ξυπνήσουμε;
Και πώς να της το πούμε;
Ξύπνα καημένη Αναστασία
Και μην βαριοκοιμάσαι,
Να πας στη βρύση για νερό
να πιουν τα παλικάρια.
45 Κυ - μωρή - Κυριακές,
μάτια μου, και 42 Δευτέρες.
Μωρ' φρύδια μου και 62 Δευτέρες.
Δεν είδα την - μωρ - την αγάπη μου,
μάτια μου, μια μέρα στολισμένη
- μωρ -φρύδια μου - στον αργαλειό να υφαίνει.
Που 'χει ασημένιο α - μωρ -Αργαλειό,
μάτια μου, και φιλντισένιο χτένι,
και η σαΐτα που - μωρ -που 'ριχνε,
μάτια μου όλο μαργαριτάρια
- μωρ - φρύδια μου όλο μαργαριτάρια.
Παίρνω το ντουφεκάκι μου
Έβρεχε - μπο, μπο - χιόνιζε,
άντε και πάω για κυνήγι ας βρέχει μωρέ κι ας χιονίζει.
Βρίσκω λαγό απ' έβοσκε,
έβρεχε - μπο - μπο - χιόνιζε,
άντε πέρδικα που λαβούσε ας βρέχει,
μωρέ κι ας χιονίζει.
Ρίχνω, σκοτώνω το λαγό
Έβρεχε - μπο - μπο - χιόνιζε
Αντε λαβώνω την πέρδικα
Ας βρέχει μικρέ κι ας χιονίζει


Όργανα
Τα όργανα που έπαιζαν και τραγουδούσαν και χόρευαν ήταν το κλαρίνο, ή γκάιντα και η φλογέρα. Τα περισσότε­ρα τα τραγουδούσαν σταυρωτά, (μια οι γυναίκες και μια οι άντρες).
Οργανοπαίχτες
Αυτοί που έπαιζαν τα όργανα ήταν κυρίως χωριανοί. Χωρεύαμι "τσάμικα", "συρτά", "ίσιο", "σβαρνιά", "βεργενάδες"" καραγκούνα".
 

Ενδυμασία
Η ενδυμασία είναι ιδιάζουσα και αποτελούμενη από ένα είδος φουστανέλας με κάλτσες και τσαρούχια. Αυτή την φορούσαν από πολύ παλιά ακόμη από την εποχή της  τουρκοκρατίας, όπως λέγεται. Εσωτερικά φορούσαν το κατασάρι" ι] "φανέλα", είδος εσώρουχου. Η φουστανέλα ονομαζόταν και "πανί αδύμητο". Από κάτω φορούσαν την κιλότα, τις κάλτσες που είχαν φούντα στην κνήμη. Το ζω­νάρι το φορούσαν πάνω από το κεντημένο γιλέκο και είχεεπάνω του μαχαίρι ή πιστόλια. Αυτά, βέβαια, τα έβαζαν όσοι είχαν.

Καλύμματα κεφαλιού - Υποδήματα
Στο κεφάλι φορούσαν σκούφο χειροποίητο. Τα δε τσα­ρούχια ήταν από φτιαγμένα από δέρμα χοίρου ή αγελά­δας. Τα επίσημα τσαρούχια είχαν από κάτω πρόκες και μπροστά την επονομαζόμενη φούντα.

Καλλωπιστικά
Οι γυναίκες φορούσαν μακριά φορέματα, την κεντημένη ποδιά και το κεντημένο γιλέκο. Οι κάλτσες τους ήταν μάλλινες, "σιφούνια" Στο λαιμό φόραγαν φλουριά. Σταυρωτά στο στήθος είχαν αλυσίδες μακριές με μαχαίρι "σιμομάχαιρο" Στη μέση φορούσαν το "σιμομάχαιρο". Ε­πίσης φορούσαν σκουλαρίκια, βραχιόλια και δακτυλίδια άλλοτε χρυσά και άλλοτε ασημένια.

Καλύμματα κεφαλών
Τα μαλλιά τους τα είχαν μακριά και πάντα πλεξούδες. Πολλές φορές έβαζαν χρωματιστό ύφασμα ανάμεσα στα πλεγμένα μαλλιά. Τις πλεξούδες τις σκέπαζε η "τσίπα" ή "τσεμπέρι". Το σημερινό μαντήλι.
 

Ασχολίες και ενδιαφέροντα
 
Ονόματα
Κάθε φυτό είχε τη δική του ονομασία...Έτσι τις αχλαδιές τις έλεγαν "γκορτσιές", τη σίκαλη "βρίζα", καλαμπόκι "ρόβι", "τσαρκνιά", την τσιρνικιά, την φλαμουριά "φυλωριά" την καίσια "ζερδελιά". Τη ροδακινιά "ροδακνιά", τα φουντούκια "λεφτόκαρα", τα καρύδια "κοκόσες", τα μανιτάρια "μαντάρια", το ψημένο καλαμπόκι "φλαψιά".
Ποιμενική ζωή
Όταν χτίζαμε μια "στάνη" βάζαμε φύλλα από το βουνό για σκελετό και τη βρίζα ως κάλυμμα. Πάνω από τη βρίζα βάζαμε κλαδιά για να μην τα τρώνε τα ζώα. Η βρίζα ήταν χωρίς τον καρπό μέχρι καρπό, μόνο η καλαμιά - πάνω σε πέτρες κολλημένες χτυπάγαμε τον καρπό μέχρι να φύγει και να μείνει μόνο η καλαμιά. Από τη βρίζα και τα κλαδιά δεν περνούσε ούτε βροχή ούτε κρύο. Οι στάνες αυτές ήταν πάνω στο βουνό ενώ μέσα στο χω­ριό είχαν τα μαντριά για τον χειμώνα.
 
Κοπάδι
Βόσκαμε κατσίκια, πρόβατα και λιγότερες αγελάδες και γουρούνια. Τα περισσότερα ζώα τα είχαν οι "Κεχαγιάδες".Σε όλα τα ζώα και κυρίως στα αρσενικά βάζαμε κουδού­νια, τα "τσουκάνια", από χαλκό και στους τράγους τα "κυπριά" που είχαν και πολύ δυνατό ήχο. Επίσης, το περιλαίμιο των γιδιών και προβάτων ήταν ξύλινο και έκλεινε σαν "διχάλα" για να μη φεύγει, "κλειδί". Αυτό το περιλαίμιο ονομαζόταν "στεφάνι".Το χειμώνα τα κοπάδια τα κατέβαζαν από το βουνό στα λιβάδια, τα "χειμαδιά" όπου τα τάιζαν άχυρα, τριφύλλι, στάρι με καλαμπόκι και κριθάρι. Του Αγίου Γεωργίου την ημέρα τα στρούγκιαζαν. Τα έσμιγαν 5-10 Κεχαγιάδες; μαζί και είχαν και "παραγιούς" δηλαδή ξένους τσοπάνη­δες που έβοσκαν τα κοπάδια από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο. Στον Άγιο Γεώργιο, μπροστά στο μοναστήρι χώριζαν τα "γαλάρια" (τα έβοσκαν και τα άρμε­γαν οι πιο πεπειραμένοι για να έχουν παραγωγή). Οι μι­κρότεροι και πιο άπειροι έβοσκαν τα "στείρα" και τα πιο μικρά που δεν είχαν γάλα.
 
Άγιος προστάτης
Την παραμονή του Αγίου Γεωργίου πήγαιναν όλοι οι τσοπάνηδες στην αυλή του μοναστηριού και άρμεγαν. Οι καλόγεροι "πίτιαζαν" το γάλα και το έκαναν γιαούρτι. Έ­ψηναν και άλλα αφιερώματα τα οποία μοιράζονταν. Στα τέλη Μαΐου τα έβγαζαν στο βουνό, στις στρούγκες. Μετέφεραν και τα γαλάρια και τα στείρα. Η πληρωμή των παραγιών και των άλλων που τους έδι­ναν τα κοπάδια γινόταν με τη "ρόγα". Έπαιρναν δηλαδή γάλα.
 Τα γελάδια τα έβγαζαν στο βουνό των αγίων Αποστόλων και τα παρέδιναν στον λεγόμενο "γελαδάρη". "Αγελαδαριές", τόποι όπου βοσκούσαν οι αγελάδες βρί­σκονταν σε διάφορα σημεία του βουνού για να μην συ­γκεντρώνονται όλα τα ζώα σε ένα μέρος. Όταν τελείωνε ο Αύγουστος και ξεραίνονταν στα βουνά τα χόρτα και τελεί­ωνε και ο θέρος και ο τρύγος τα κατέβαζαν στα λιβάδια ("χειμαδιά"). Το "άρμεγμα" γινόταν μέσα σε ξύλινα "καρδάρια" που χωρούσαν 13 οκάδες. 

Τυροκομία 
Το στράγγιζαν, έριχναν μέσα την "τυρομαγιά" και αφού έπηζε, το μάζευαν σε "τζαντήλες" υφασμένες από τις γυ­ναίκες, έφευγε το τυρόγαλο, έσφιγγε λίγο και μετά το έκοβαν φέτες, το έβαζαν σε ξύλινα "καδιά" "τυροκάδια" και το έριχναν αλάτι για να πάρει λίγο αρμύρα. Άλλες φορές οι μεγάλοι "Κεχαγιάδες" πήγαιναν το γάλα στα "μπατσιά" - είδος τυροκομείου - και το άφηναν να το κάνουν τυρί.Το άρμεγμα διαρκούσε από του Αγίου Γεωργίου και μέχρι τον Οκτώβριο. Κάθε 20 μέρες μαζεύονταν οι "τσομπαναίοι" και μετρούσαν το γάλα που έβγαζαν τα κατσίκια και τα πρόβατα ("γάλομέτρημα"). Το "γαλομέτρημα" γινόταν με "καρδάρια", τη "μετριά", το "ττνάκι", την "καυκιά" και το "τσέρκι" Πριν το Πάσχα, όταν άρχιζε η ζέστη "καθάριζαν τα πόδια και τις κοιλιές των προβάτων για να μην λερώνονται. Τότε άρχιζε και η περίοδος του "κούρου". Μετά το Πάσχα, λίγο πριν τα οτρουγγιάσουν, άρχιζε και το κούρεμα των προβάτων (Μάιος) ενώ τον Ιούνιο των κα­τσικιών.Οι τσοπάνηδες συναγωνίζονταν για το ποιος θα κούρευε γρηγορότερα και πιο πολλά ζώα. Μετά τον "Κούρο" οι γυναίκες μαγείρευαν τον "Κριτσμά". Έσφαζαν έναν κόκορα και ένα γουρούνι και έτρωγαν όλοι μαζί.
 
Υφαντά 
Το μαλλί από τον "Κούρο" μαζεύονταν για να πλυθεί και να υφανθεί από τις γυναίκες του χωριού.

Ασθένειες.
Παροδικά, κάθε 7 περίπου χρόνια, τα ζώα αρρώσταιναν από την "παρμάρα" "Χαλούσαν" οι μαστοί των προβά­των, δεν πίτιαζε τα γάλα, πολλά από αυτά κούτσαιναν ή οδηγούνταν στην τύφλωση. Το φάρμακο για την αρρώ­στια αυτή ήταν το "σκόρφι", φυτό που ξέραιναν, το έτρι­βαν πολύ ψιλό και το ανακάτευαν με "πίτουρα" Η "ψώρα" ήταν αρρώστια που πρόσβαλλε κυρίως τα πρόβατα. Για να γίνουν καλά, τα κούρευαν, έτριβαν καπνό και τον ζωμό τον άλειφαν πάνω στην πληγή.Όταν έτρωγαν βρεγμένο άχυρο, αρρώσταιναν και τα έδι­ναν λάδι να πιουν για να περάσει.

Συνήθειες τσοπάνων
Οι Τσοπαναραίοι έμειναν κι αυτοί πάνω στο βουνό. Δί­πλα από την "στρούγκα" είχαν το "τσοπανοκάλυβο" μέσα στο οποίο είχε ρούχα τους, τα διάφορα μαγειρικά σκεύη, το κρεβάτι του βοσκού στρωμένο με βελέντζα ή πρόκοβα με την οποία σκεπάζονταν τα βράδια. Η πρωινή βοσκή άρχιζε μετά το άρμεγμα που γινόταν πο­λύ πρωί για να μην πιάσει ζέστη. Μέχρι το μεσημέρι βο­σκούσαν, μετά τα πήγαιναν στο ποτάμι να τα "ποτίσουν". Μέχρι το βράδυ πάλι βοσκούσαν. Όταν επέστρεφαν με τη δύση του ηλίου στις στρούγκες, άρμεγαν πάλι. Μετά μαζεύονταν όλοι οι τσοπάνηδες από τα γύρω μα­ντριά, άναβαν φωτιές, έψηναν κρέας ή ότι άλλο είχαν μαζί τους, αντάλλαζαν εμπειρίες και τραγουδούσαν. Κάποιος έπαιζε τη φλογέρα ή την "γκάιντα" και οι άλλοι χόρευαν και τραγουδούσαν.
"Επήγε ο Απρίλης 12 Κι ο Μάης 15,
 
Να βγουν τα μαύρα πρόβατα,
 
Να βγουν και τα κατσίκια.
 
Βγήκαν οι βοσκοπούλες στο βουνό
 
Κι ένα μικρό βοσκόπουλο
 
Δε φάνηκε να έρθει
 
Του Παναγιώτη το κοπάδι
 
Δε φάνηκε να έρθει..."
Βασική για τον βοσκό ήταν και η "γκλίτσα". Κύριος προστάτης άγιος των βοσκών και των κοπαδιών τους ήταν ο Άγιος Γεώργιος. Αυτός ήταν που τιμούσαν και πριν στρουγκιάσουν τα ζώα.
 
Μελισσοκομία.
 Οι κυψέλες ονομάζονταν "κνάκια". Ήταν φτιαγμένες από "λυγιά" και τις επάλειφαν με κόπρανα αγελάδας και χώμα. Το μείγμα αυτό έσφιγγε τόσο που ούτε σκουλήκια δεν μπορούσαν να μπουν μέσα. Ένα σταυρωτό ξύλο τοποθετούσαν μέσα στο "κνάκι" και πάνω σ1 αυτό οι μέλισσες έκαναν την κερήθρα. Όταν γέμι­ζε η κερήθρα με μέλι, πήγαιναν να τρυγήσουν. Για να γίνει όμως ακίνδυνο το μελίσσι, έπαιρναν ένα είδος μανιταριού, το έβαζαν μπροστά από την είσοδο απ1 το "κνακι" και αυ­τό έβγαζε καπνό και ζάλιζε τις μέλισσες. Πριν το Πάσχα φρόντιζαν να βγάλουν κερί και να το που­λήσουν, αλλά να αφιερώσουν και στην εκκλησία. Την κερήθρα την έβαζαν μέσα σε είδος λεπτού κόσκινου απ' όπου έβγαινε το μέλι και το έβαζαν στα βάζα. Όταν έβγαιναν οι βασίλισσες, υπήρχε περίπτωση ένα με­λίσσι με μια από τις πολλές βασίλισσες να φύγει και να πάει να καθίσει πάνω σ' ένα κλαδί δέντρου ή μια κουφάλα και να δημιουργήσει τη δική της" κυψέλη" Τότε πήγαινε ο παραγωγός με ένα "κνάκι", τις φύσαγε με τον καπνό από τα μανιτάρια, και αφού τις ζάλιζε, γύριζε το "κνάκι", έκοβε την κυψέλη από το κερί και την έριχνε μέσα στο "κνάκι". Όταν η κυψέλη ήταν σε κουφάλα, πήγαιναν με τα τσεκούρια, έσχιζαν την κουφάλα και έβγαζαν τις κερήθρες.
 
ΚΥΝΗΓΙ 
Το κυνήγι γινόταν κυρίως κατά τον Αύγουστο. Ορισμένοι κυνηγοί έπαιρναν τα "καργιοφύλλια" και τις "καραμπίνες" και έβγαιναν στο βουνό που είχε πάρα πολ­λά άγρια ζώα.
 Κυνηγούσαν; κατά κύριο λόγο, λαγούς, ζαρκάδια, ελάφια, και αγριογούρουνα, για να τα φάνε. Τις αλεπούδες, τις "βερβερίτσες" και τα κουνάβια τα κυνη­γούσαν κυρίως για το δέρμα τους, το οποίο πουλούσαν.
 
ΖΩΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Υπήρχαν διάφορες ονομασίες κυρίως για τα άγρια ζώα. Τον σκίουρο τον ονόμαζαν "βερβερίτσα", το κουνάβι "κνάβι", τους ασβούς "ασβέλια", τα τρυγόνια "τουρτούρες", τον κορυδαλλό "τσουτσουλιάνο", τους με­λισσοφάγους "πλιαγκούρια".
 Ειδικότερα τα κατσίκια που δεν είχαν κέρατα, ονόμαζαν "σιούτα" και ανάλογα με το χρώμα "μπέλα", ή άσπρη, "καραγκούνα" ή μαύρη, και τα παρδαλά "κατσάνα", "καλέσσα" κ.ά.

ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ
Υφαντική
Η διαδικασία επεξεργασία του μαλλιού άρχιζε αμέσως μετά τον "κούρο" των προβάτων. "Παίρναμε το μαλλί, το πλέναμε και το αφήναμε να στε­γνώσει. Το εγνεθάμε και το χωρνούσαμε σε μεγάλα λανάρια. Το εκανάμε "τλούπες" και το εβάναμε στη "ρόκα" και γινόταν ψιλή κλωστή. Σε μια θυρίδα από το χτένι έπρεπε να πάνε 2 κλωστές. Μετά το τλιγαδιάζαμε το νήμα σι ένα τλιγάδι. Το μετρούσαμε και μετά το εβάναμε σε μεγάλη ανέμη. Μετά το ζυμάτιζάμε, για να μην κόβεται, και το πη­γαίναμε στην "τλίχτρα" (: 2 ξύλα με φούρκες) το τανούσαμε, για να χωρέσει, και μια άλλη κρατούσε τα "καλαμίδια". Το περνάγαμε από εκεί και το εφκιάναμε 4 μιτάρια και μετά 3.
Βαφική 
Όταν γινόταν το ύφασμα, το βάφαμε στο "λουλακί", έβαναν "χλάπατα" από το βουνό αφού τα εβράζαμε στο καζάνι. Έκανε πολλές μέρες να βάψει. Άλλα φυτά ή καρποί και ρίζες για τη βαφή των υφασμά­των ήταν το "ριζάρι" το "σκλήθρο", το "θράψο", "τα καρύδια" που έβγαζαν καφέ χρώμα.
 
Πλεκτική
Εκτός από τα υφαντά είχαμε και τα πλεκτά που επλεκάμε με μεγάλες βελόνες για χοντρές μπλούζες και το "τσιγκελάκι" για πετσετάκια, τραπεζομάντηλα κ.ά. Κεντητική. Τα κεντήματα είχαν έντονα χρώματα. Κεντού­σαμε κυρίως πάνω στα φορέματα και στα γιλέκα.
Όλα τα πινάκια, τα φτσέλια, τα καδιά, οι γκλίτσες, τα σφοντύλια, τα τσικρίκια που μάζευαν το νήμα, οι σαΐτες για τον αργαλειό ήταν όλα σκαλισμένα. Ήταν και ξύλινα και το σκάλισμα γίνονταν πιο εύκολο. Φκιάναμε και φιγού­ρες πάνω στις γκλίτσες, στα κτόλια και συναγωνιζόμασταν για του πιου καλού.Κάθε Κυριακή στην Εκκλησία ή πάνου στου βουνού έβλεπάμι πιο ήταν του πιου καλού.

Κεραμική
Κεραμικές ήταν κάτι κατσαρόλες, τα κεραμίδια και τα τούβλα που λέγονταν "πλινάρια".


Τα παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από εργασία του προγράμματος περιβαλλοντικής εκπαίδευσης του Γυμνασίου Ρητίνης κατά το σχολικό έτος 1999-2000.
Τελευταία Ενημέρωση ( Τρίτη, 26 Ιανουάριος 2010 21:52 )
 
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ...

ΣΗΜΕΡΑ



η ημέρα, η εβδομάδα του έτους

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα" Module by: Joomlabyte

Ο καιρός στα Πιέρια

Πλοήγηση

Powered by JoomlaGadgets

Ενημέρωση

Τελευταίο θρανίο

newspaper
Σχολική εφημερίδα του
Γυμνασίου Ρητίνης
"Τελευταίο θρανίο"
Copyright © 2020 . Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό, που διατίθεται βάσει της Άδειας GNU/GPL..